Ο Ερτογάν και οι Κοκκινοσκουφίτσες
Αφορμή για το θέμα είναι οι πρόσφατες δηλώσεις Ερτογάν μπροστά σε Ε/Κ δημοσιογράφους και πολιτικούς. Οι αντιδράσεις ήταν μάλλον αναμενόμενες. Δυστυχώς, ακούσαμε τις γνωστές συκοφαντίες ενάντια σ’ αυτούς που λένε «μα κάτι συμβαίνει στην Τουρκία που δεν είναι δεν συμβαδίζει με αυτό που πιπιλάμε τα τελευταία 60 χρόνια».
Ορθά ο κυβερνητικός εκπρόσωπο απάντησε στην Άγκυρα «κάνε πράξη αυτά που λες» διότι διεξάγονται διαπραγματεύσεις μάλιστα σε πολλαπλά επίπεδα: προς το παρόν, ο στρατός κατοχής είναι εδώ, γίνονται δημογραφικές και περιουσιακές προεμβάσεις, καθώς για λύση.
Είναι επικοινωνιακό παιγνίδι; Μα δεν είναι όλα στην πολιτική τέτοια; Ή καλύτερα δεν υπάρχει το επικοινωνιακό σε κάθε πολιτική πράξη; Το στοιχείο της επικοινωνίας είναι κεντρικό σε κάθε πολιτικό λόγο και πράξη. Ωστόσο, πολλοί θέλουν να αγνοήσουν ή να υποτιμήσουν τις αλλαγές που παρατηρούνται στην Τουρκική πολιτική για την Κύπρο.
Οφείλουμε να πούμε τα πράματα με το όνομα τους:
Πρώτο, ουδέποτε Τούρκος πρωθυπουργός δεν μίλησε τόσο καθαρά για την λύση όσο ο Ερτογάν, και μάλιστα μπροστά σε ε/κ ακροατήριο. Έχουμε σαφή αλλαγή πολιτικού λόγου, κι αυτό δεν περιορίζεται στη «ρητορική» όπως έσπευσαν να πουν οι διάφορες «Κοκκινοσκουφίτσες» που βλέπουν λύκους με προβιά από πάνω. Γιατί ο πολιτικός λόγος παράγει αποτελέσματα. Δεσμεύει την χώρα δημόσια, κι απαντά στους ακραίους (Τούρκους, Έλληνες Ε/Κ και Τ/Κ ), και πάνω απ’ όλα παράγει χώρο για δράση.
Δεύτερο, ο Ερτογάν άδειασε όσους έλεγαν ότι δεν υπάρχει «βάση για λύση». Ακούμε από πιο αρμόδια χείλη με τον πιο καθαρό τρόπο που στέκεται η Άγκυρα: αποδέχεται την διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία και το πλαίσιο λύσης.
Τρίτο, ο Ερτογάν έχει ήδη δράσει προς την κατεύθυνση της νέας πολιτικής, αλλά τούτο δεν είναι χωρίς αντιφάσεις, μεταστροφές κι παλινδρομήσεις: (α) Γιατί ξεχνούμε το 2004; Και γιατί ξεχνούμε ότι του ετοίμαζαν πραξικόπημα για την αλλαγή πολιτικής που έκανε; (β) Μετά το έγγραφο που κατέθεσε η Τουρκική και Τ/Κ πλευρά για την διακυβέρνηση, ξεκάθαρα εγκατέλειψαν όλα τα «σκληρά σημεία» και δεσμεύτηκαν και στον ΟΗΕ ότι στηρίζουν την ΔΔΟ. (γ) Ο Ερτογάν δίνει έμμεση στήριξη στον Ταλάτ στις επικείμενες εκλογές: με το να διασπάσει την ψήφο του UBP ανοίγει δρόμο για τον Ταλάτ – μήπως ήταν τυχαίες οι δύο συναντήσεις που είχε με τον Ερτορούρογλου, ο οποίος θα κατέλθει στις εκλογές.
Είναι κατανοητά αυτά που λέιε ο Σενέρ Λεβέντ. Κι έχει δίκαιο για το γεγονός ότι στον κατεχόμενο βορρά επί του εδάφους γίνονται τέτοιες αλλαγές που υπονομεύουν την λύση. Όπως πολλοί Ε/Κ, γι αυτό κι αμφισβητεί τις προθέσεις του Ερτογάν. Από την άλλη μεριά όμως, ο κυνικός πάντα έχει δίκαιο, ότι κι αν γίνει: «είδατε που σας έλεγα ότι δεν έχει τίποτε κι ότι η Τουρκία…» Άρα τι κάνουμε; Μοιρολογούμε και κλαίμε την μοίρα μας ή αρπάζουμε την ευκαιρία για να λύσουμε το κυπριακό;
Η Τουρκία σε Μετάλλαξη: Τα βαθύτερα αίτια
Θεωρώ αναγκαίο όπως αναθεωρήσουμε τις εκτιμήσεις μας όσον αφορά την ίδια την Τουρκία να ξεπεράσουν τα στερεότυπα, τους συναισθηματισμούς και τις ιδεολογικές προκαταλήψεις που εμποδίζουν να δούμε τους πραγματικούς όρους, τις τάσεις και τις δυναμικές μιας κλιμακούμενης κρίσης, βαθύτερης από όσο δείχνουν επιφανειακές απεικονίσεις της αντιπαράθεσης ανάμεσα στους κεμαλιστές και τους ισλαμιστές. Σε επίπεδο μαζικής ιδεολογίας έχουμε τις κεμαλικές ιδέες που ερμηνεύουν την κατάσταση ως διακύβευμα σε σχέση με το «χαρακτήρα» της Τουρκίας, οι οποίες κινητοποιούν μέχρι ένα εκατομμύριο Τούρκους πολίτες, ενώ άλλοι τόσοι, ίσως και περισσότεροι, κινητοποιούνται από τους Ισλαμιστές σε δυναμικές διαδηλώσεις, συν την σχεδόν πλειοψηφική τάση που έχουν στις εκλογικές αναμετρήσεις. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που μπορεί να ερμηνευτεί ως πόλωση με φυγόκεντρες τάσεις προς τις δυο αντίθετες παρατάξεις που θέλουν «καθαρές λύσεις». Ωστόσο, η εικόνα είναι απλουστευμένη κι εν πολλοίς απατηλή για τους εξής λόγους:
(α) Υπάρχουν βαθύτερες δυναμικές τάσεις που λειτουργούν σε πολλαπλά κι αντιφατικά επίπεδα, που δείχνουν ότι η κόντρα δεν είναι τόσο «καθαρή» όσο τείνει να δείχνει η ρητορική του ιδεολογικού πολιτικού λόγου.
(β) Σε επίπεδο πολιτικής, οικονομικής, και κοινωνικής πραγματικότητας, καθώς επίσης σε επίπεδο πρακτικών διεξόδων ή λύσεων του ζητήματος, η κόντρα αυτή δεν προσφέρεται για μονοσήμαντες ερμηνείες: δηλαδή η «λύση» των Κεμαλιστών για διαφύλαξη του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους οδηγεί σε ακόμα πιο αυταρχικές λύσεις και πισωγυρίσματα της δημοκρατίας από τον υφιστάμενο αυταρχικό κρατισμό του Κεμαλικού κράτους μετά την χούντα του Evren. Στην αντίπερα όχθη, οι Ισλαμιστές, οι οποίοι παρουσιάζονται ως δημοκράτες στη διεθνή σκηνή και αποπειράθηκαν να συνεννοηθούν με δημοκρατικούς αριστερούς διανοούμενους κι ακτιβιστές επαγγελλόμενοι τη δημοκρατική μεταρρύθμιση ενάντια στον κεμαλικό αυταρχισμό, έχουν προκαλέσει μεγάλη απογοήτευση στην παρούσα φάση με τη συμμαχία με τους ακροεθνικιστές του MHP: η μεταρρύθμιση του διαβόητου άρθρου 301 του ποινικού κώδικα έγινε με συναλλαγή που περιθωριοποίησε το δημοκρατικό στοιχείο προς όφελος της σκοπιμότητας της ευκαιριακής συνεργασίας με τους ακροεθνικιστές. Παρά ταύτα, ακόμα και με αυτά τα δεδομένα, η έκβαση της δημοκρατικής μεταρρύθμισης εξαρτάται από την τύχη του AKP και της ελίτ που το ηγεμονεύει. Στην παρούσα φάση ανάμεσα στις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις σε μεγάλο βαθμό το κόμμα αυτό εξακολουθεί να πρεσβεύει την «λιγότερο αυταρχική» προσέγγιση σε σχέση με τους αυταρχικούς κεμαλιστές, δεδομένου βέβαια ότι θα ισχύουν δύο προϋποθέσεις: Πρώτον, ότι οι ελίτ του το ΑΚΡ δεν θα γίνουν πλήρως κυρίαρχοι του παιχνιδιού (είναι απίθανο να τους αφήσουν οι κεμαλιστές του βαθέως κράτους και οι δυτικοί τους σύμμαχοι). Δεύτερον, αν αξιοποιηθεί επαρκώς ο πολιτικός χώρος που διανοίγεται μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον εκδημοκρατισμό και την ανάδειξη νέων πολιτικών δυνάμεων στο προσκήνιο λόγω της εντεινόμενης αντιπαράθεσης με τους κεμαλιστές, των κοινωνικών και οικονομικών αλλαγών που συντελούνται, αλλά και της προοπτικής ένταξης στην ΕΕ.
Μεγάλο πολιτικό ζήτημα που αποτελεί παράλληλα και θεωρητικό ζήτημα καθοριστικής σημασίας για την κατανόηση του τουρκικού κοινωνικού και κρατικού σχηματισμού είναι ο ρόλος του στρατού. Αποτελεί μήπως μια «πραιτωριανή τάξη δι’ εαυτήν» που «δομήθηκε πάνω στην έννοια της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης» μιας «πραιτωριανής δημοκρατίας», κι ας παρουσιάζει την «εικόνα ενός ιδιωτικού κόμματος»; Μήπως απλά αποτελεί ένα ιδεολογικό και κατασταλτικό κρατικό μηχανισμό σύμφωνα με το Αλτουσεριανό σχήμα σε ένα ιδιαίτερο ιστορικό σχηματισμό που αναπαράγει συνεχώς την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης ως «εθνική υπόθεση»; Ενδιαφέρουσα θεώρηση είναι αυτή που αντιλαμβάνεται το στρατό ως «συλλογικό κεφαλαιοκράτη». Αυτή η θεώρηση βγαίνει από μια προσέγγιση που είχε αναπτύξει ο Έγκελς και αναλύει το ρόλο του Ιδρύματος Αλληλοβοήθειας Στρατού (ΙΑΣ) ως εκφραστή, θεμελιωτή, και εγγυητή των μακροπρόθεσμων συμφερόντων του τουρκικού κοινωνικού σχηματισμού. Αυτό το ζήτημα δεν θα το προσεγγίσουμε εξαντλητικά σε αυτό το κείμενο, απλά το αγγίζουμε σε σχέση με τον εκδημοκρατισμό και το Κυπριακό. Η κατάσταση στην Τουρκία σήμερα φανερώνει ότι η κυρίαρχη στερεότυπη προσέγγιση που «ερμηνεύει τα πάντα στην τουρκική πολιτική ζωή με βάση ένα αναλλοίωτο και δεδομένο κεμαλισμό είναι, εν τέλει, ανιστόρητη και ουσιοκρατική». Η εκτίμηση ότι ο κεμαλισμός του 1930 δεν έχει καμιά σχέση με τον κεμαλισμό του 1960 ή το σημερινό κεμαλισμό είναι πλέον θέση που συμμερίζονται οι σοβαροί κριτικοί μελετητές της Τουρκίας (βλ. Αχμετ Ιντσελ, Αλ. Μπαϊράμογλου 2007, Αναγνωστοπούλου 2004). Αυτό όμως καθόλου δεν σημαίνει ότι ο στρατός δεν παραμένει σημαντικός παράγοντας, ή ότι οι ταξικές-κοινωνικές παράμετροι του τουρκικού κοινωνικού σχηματισμού έχουν μεταβληθεί τόσο που να έχουν ανατραπεί.
Το ουσιαστικό είναι ότι σήμερα έχουμε μια κρίση που φτάνει στο «κέντρο» του τουρκικού εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος από την ανάδυση της κεμαλικής Τουρκικής Δημοκρατίας. Δημιουργείται ένα κενό, ιδίως μετά το θάνατο του Κεμάλ, διότι «η κλειστή κεμαλική γραφειοκρατική ελίτ αδυνατεί να «εκλαϊκεύσει» τα προγράμματα του κεμαλισμού (εκσυγχρονισμός, εκκοσμίκευση). Μέσα σε αυτό το ιδεολογικό κενό επιστρατεύεται το Ισλάμ ως το ισχυρότερο και αποτελεσματικότερο ενδιάμεσο για την εκλαΐκευση του κεμαλισμού, κι έτσι «ο κεμαλισμός εκλαϊκεύεται αλλά και το Ισλάμ εκκεμαλίζεται» (Αναγνωστοπούλου 2007). Είναι λοιπόν αναγκαίο να εξετάσουμε πιο προσεκτικά τις «ιδεολογικές» αντιπαραθέσεις για να δούμε τι ακριβώς αντικατοπτρίζουν, όπως είναι αναγκαίο να δούμε από τι ακριβώς συνιστάται το κόμμα ΑΚΡ.
Εν κατακλείδι, δεν είναι θέμα να «πιστέψουμε» ή να «γοητευτούμε» από τον Ερτογάν. Είναι θέμα να καταλάβουμε η Τουρκία που κάποιοι τόσο επιμένουν να μισούμε χωρίς να βλέπουμε αλλάζει. Η πολιτική της στο κυπριακό δεν είναι αυτό που έχει τόσο στερεότυπα, κουραστικά και εσφαλμένα επαναλαμβάνουν οι αρνητές της ομοσπονδιακής λύσης. Διεξάγεται μια διαπάλη ανάμεσα σε διάφορα κέντρα εξουσίας στην χώρα αυτή και αυτό αφορά τον χαρακτήρα της Τουρκία και την εξωτερική της πολιτική (Κεμαλικοί, Στρατός, Ισλαμιστές διαφόρων τάσεων, οικονομικά συμφέροντα κτλ). Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία δεν θα λειτουργήσει στη βάση συμφερόντων. Το θέμα είναι ότι οι ερμηνείες ως προς το συμφέρον της Τουρκίας στην εποχή μας δεν είναι αυτές που υπήρχαν το 1957, ή το 1974 ή το 1994. Έχουμε ένα νέο πλαίσιο το οποίο μας δίνει ευκαιρίες. Η προοπτική λύσης κάθε άλλο πάρα έχει χαθεί.
Βιβλιογραφία
Σιά Αναγνωστοπούλου (2004) Τουρκικός εκσυγχρονισμός – Ισλάμ και Τουρκοκύπριοι στη δαιδαλώδη διαδρομή του κεμαλισμού, Αθήνα: Βιβλιόραμα.
Σιά Αναγνωστοπούλου (2007) «Η Τουρκία σε κρίση ή σε φάση μιας δραματικής «ενηλικίωσης»», Κυριακάτικη Αυγή, 20/05/2007.
Αχμετ Ιντσελ, Αλί Μπαϊράμογλου (επιμ.) (2007) Τουρκικός Στρατός, Ένα Πολιτικό Κόμμα, ΜιαΚκοινωνική Τάξη, Αθήνα: Βιβλιοραμα.
Νίκος Τριμικλινιώτης (2010) Η Διαλεκτική του Έθνους-Κράτους και το Καθεστώς Εξαίρεσης – Κοινωνιολογικές και Συνταγματικές Μελέτες για την Ευρω-Κυπριακή Συγκυρία και το Εθνικό Ζήτημα, Αθήνα: Σαββάλας.
Tags: Αλλάγή πολιτικής, Ερτογάν, μετάλλαξη, στρατός, Τουρκία
 
«Έχουμε ένα νέο πλαίσιο το οποίο μας δίνει ευκαιρίες. Η προοπτική λύσης κάθε άλλο πάρα έχει χαθεί.»
Συμφωνώ κι επαυξάνω. Το ζητούμενο είναι η πολιτική μας ηγεσία να δηλώσει επιτέλους το ΠΑΡΟΝ της και να διαχειριστεί υπεύθυνα τα νέα δεδομένα.
Χάνουμε τίποτε να ανταποκριθούμε στη χείρα «φιλίας» που μας τείνει ο Ερντογάν? Νομίζω πως όχι. Αν έχει ειλικρινείς προθέσεις θα φανεί. Με το να απορρίψουμε εκ των προτέρων τη χειρονομία του, θα προσθέσουμε απλώς μια ακόμα χαμένη ευκαιρία στη σειρά των χαμένων ευκαιριών λύσης του Κυπριακού.
Μερόπη απλά έχουμεν τρεις πλάκες τζιαι φκάλλουμεν τες αναλόγως της περίστασης. Το τρελλόν σε αυτόν τον τόπον είναι το ότι αν φκάλεις κάτι άλλον που ότι λαλεί η πλάκα στο γραμμόφωνο έχει πολιτικό κόστος.
Μια κοινωνία νεκρών είμαστε. Ένα πολιτικό σύστημα απολιθωμάτων.