1. Η ώρα της συμφιλίωσης
Η προοπτική λύσης του πολιτικού προβλήματος γεννά ελπίδες και προκλήσεις. Τίθεται άμεσα μπροστά μας το ζήτημα της ιστορικής συμφιλίωσης Ε/κυπρίων (Ε/Κ) και Τ/κυπρίων (Τ/Κ) που δεν αποτελεί πλέον κούφια ευχή για το μακρινό μέλ-λον. Τίθεται πλέον ως πρώτιστο πολιτικό, κοινωνικό, και ηθικό διακύβευμα, αν τελικά καταφέ-ρουμε ως κοινωνία να δημιουργήσουμε τους συνεκτικoύς δεσμούς, τους θεσμούς, και τις πολιτι-κές/κοινωνικές διεργασίες που θα επιτρέψουν την ουσιαστική επανένωση.
Συνήθως η προσοχή μας επικεντρώνονται στο διπλωματικό/πολιτικό μέρος μιας συμφωνημένης λύσης γιατί χωρίς την συμφωνία επί της ολότητας του κυπριακού (διεθνής, πολιτική-συνταγματική, οικονομική πτυχή, στρατοί/εγγυήσεις, προσφυγικό κτλ) δεν υπάρχει λύση. Ωστό-σο, εξίσου σημαντικό είναι το περιεχόμενο της συμφιλίωσης στην κοινωνία που είναι εδώ και πενήντα χρόνια μοιρασμένη στα δύο με στρεβλή επικοινωνία και καχυποψία: θα πρέπει να (αν)οικοδομήσει το «κοινό» πέραν από το «επιμέρους» το οποίο αποτελεί αναπόφευκτο και α-ναγκαίο μέρος μιας διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδιακής διευθέτησης. Επομένως το ζήτημα της συμφιλίωσης δεν είναι δευτερεύουσας σημασίας, ούτε και εξυπακούεται αυτόματα μετά τη συμφωνία για λύση. Η συμφιλίωση είναι απαραίτητη για να έχουμε ένα κοινό ομόσπονδο κράτος διότι άλλου τύπου και περιεχομένου συμφιλίωση απαιτείται ανάμεσα σε διαφορετικά κι ανεξάρ-τητα κράτη.
Το ενδιαφέρον είναι ότι έρευνες και δημοσκοπήσεις, ακόμα και τον καιρό των «πέτρινων χρόνων» του Τάσσου Παπαδόπουλου, σταθερά έδειχναν ευρεία λαϊκή στήριξη για τη συμφιλίωση και την επανασυγγραφή των βιβλίων ιστορίας. Το Δεκέμβριο του 2009, δικοινοτική έρευνα δείχ-νει ότι η μαζική πλειοψηφία των ε/κ και τ/κ αναγνωρίζουν ότι έχουν διαπράξει λάθη στο παρελθόν Σε δημοσκόπηση με δείγμα 1000 ατόμων από κάθε κοινότητα, πέραν του 63% των Ε/Κ και πέραν του 73% των Τ/Κ υποστηρίζουν την άμεση σύσταση και λειτουργία της κοινής Επιτροπής Συμφιλίωσης, η οποία να καταγράψει μια κοινή ιστορία του Κυπριακού τα τελευταία 50 χρόνια. Διάφορες έρευνες γνώμης, έρευνες από ψυχολογικής οπτικής, ορισμένες από τις οποίες βρίσκονται ακόμα στο στάδιο της τελικής επεξεργασίας, παρουσιάζουν σημαντικές συγ-κλήσεις που δείχνουν την προοπτική της συμφιλίωσης.
2. Αξιοποιώντας τη Διεθνή Εμπειρία
Το Σχέδιο Ανάν, προνοούσε ένα θεσμό που ονομαζόταν «Επιτροπή Συμφιλίωσης», μια πρόνοια μάλιστα που είχε γίνει αποδεκτή και από τις δύο πλευρές. Η ιδέα της συμφιλίωσης και οι διαδικασίες που θα την πραγμάτωναν αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της όποιας διευθέτησης του Κυπριακού, όπως θα είναι και η διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων, θέμα το οποίο επιλαμ-βάνεται μια άλλη επιτροπή. Το Άρθρο 11, της Θεμελιώδους Συμφωνίας αναφέρει:
Μια ανεξάρτητη αμερόληπτη Επιτροπή Συμφιλίωσης θα προωθήσει την κατανόηση, την ανεκτικότητα και τον αμοιβαίο σεβασμό μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.
Η Επιτροπή θα απαρτίζεται από άντρες και γυναίκες, ισάριθμα από κάθε συνιστών κράτος, καθώς και ένα τουλάχιστον μέλος μη Κύπριο το οποίο ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών καλείται να διορίσει μετά από διαβουλεύσεις με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και τα συνιστώντα κράτη.
Αυτό το γενικό πλαίσιο χρειάζεται επεξεργασία και η ακριβής εντολή που θα δοθεί στην Επιτροπή οφείλει να ρυθμιστεί μόνο αφού διεξαχθεί μια ανοικτή δημόσια συζήτηση για το περιεχόμενο, το χαρακτήρα, τα όρια, τις διαδικασίες και τη δομή αυτής της Επιτροπής. Γι’ αυτό απαιτείται δι-άλογος τόσο σε τεχνοκρατικό και πολιτικό επίπεδο, όσο και ανάμεσα στους πολίτες, τα κινήματα, τα συνδικάτα, τους μη κυβερνητικούς οργανισμούς, τους διανοουμένους, αλλά και τα πολιτικά σχήματα σε υπερκοινοτικό επίπεδο.
Σε άλλες χώρες όπου συστάθηκαν «Επιτροπές Αλήθειας» (Truth Commissions), η διακρίβωση της τύχης αγνοουμένων ήταν ανάμεσα στους σημαντικότερους όρους εντολής τους κι έχουν συσ-ταθεί πολλές Επιτροπές Αλήθειας (Truth Commissions) στην υφήλιο. Πέντε, οι οποίες είναι οι πιο γνωστές περιπτώσεις – Αργεντινή, Χιλή, Ελ Σαλβαδόρ, Νότιος Αφρική, Γουατεμάλα – και ακόμα δεκαέξι όχι τόσο γνωστές: Ουγκάντα (1974), Βολιβία (1982 – 84), Ουρουγουάη (1983 – 84), Ζιμπάμπουε (1985), Ουγκάντα (1986 – 95), Νεπάλ (1990 – 91), Χιλή (1990 – 91), Τσαντ (1991 – 92), Γερμανία (1991 – 1994), Ελ Σαλβαντόρ (1992 – 1993), Μοζαμβίκη (1996), Αϊτή (1995), Σρι Λάνκα (1994 – 1997), Μπουρούντι (1995 – 1996), Εκουαδόρ (1996 – 97), Νιγηρία (1999 – 2000), Σιέρα Λεόνε (2000 – 2001) [βλ. Hayner, 2001]. Η εμπειρία των πιο πάνω επιτρο-πών αποτελεί πολύτιμη γνώση την οποία οφείλουμε να αξιοποιήσουμε, προσαρμόζοντας τα συμπεράσματα στα δικά μας δεδομένα.
Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά των «Επιτροπών Αλήθειας»;
Πρόκειται για ειδικές επιτροπές οι οποίες διαφέρουν πολύ μεταξύ τους γιατί αντικατοπτρίζουν τα ειδικά δεδομένα και τις ιδι-αιτερότητες κάθε ιστορικής σύγκρουσης. Αποσκοπούν στο να διερευνήσουν γεγονότα του πα-ρελθόντος που είχαν ως αποτέλεσμα βιαιότητες και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμά-των. Αποτελούν μηχανισμούς που, ως επί το πλείστον, λειτουργούν εναλλακτικά, ή τουλάχιστον συμπληρωματικά προς τις δικαστικές διαδικασίες, ακριβώς γιατί η δικαστική/νομική οδός αδυνα-τεί να πετύχει τις επιδιώξεις που απαιτεί η δικαιοσύνη. Παρά τις διαφορές μεταξύ τους έχουν ο-ρισμένα κοινά χαρακτηριστικά:
(1) Οι επιτροπές αυτές επικεντρώνονται στο παρελθόν.
(2) Διερευνούν συμπεριφορές παραβιάσεων κατά συγκεκριμένες περιόδους, παρά συγκεκρι-μένα γεγονότα (όπως κάνουν άλλες ad hoc επιτροπές).
(3) Είναι προσωρινού χαρακτήρα, συνήθως λειτουργούν για 6 μήνες μέχρι 2 χρόνια και τε-λειώνουν με μια τελική έκθεση.
(4) Αυτές οι επιτροπές έχουν επίσημη έγκριση ή δικαιοδοσία αποδεκτή από τις πρώην αντι-μαχόμενες παρατάξεις (Hayner 2001: 14).
Ωστόσο, στην περίπτωση της Κύπρου, προφανώς για ιστορικούς και πρακτικούς λόγους, το ζήτημα των αγνοουμένων, το οποίο θεωρήθηκε «ανθρωπιστικό θέμα» για να τύχει της ανάλογης προτεραιότητας, έχει διαχωριστεί από τα άλλα εγκλήματα που θεωρούνται απλά μέρος της τραυματικής κοινής μας ιστορίας. Εξού και το γεγονός ότι παρά τη στασιμότητα στο Κυπριακό μετά τα δημοψηφίσματα, είχαμε σημαντικές εξελίξεις στο ζήτημα των περίπου 1450 Ε/Κ και 502 Τ/Κ αγνοούμενων με ταυτοποιήσεις λειψάνων και εκταφές θυμάτων του πολέμου και της «εθνοτικής βίας». Δυστυχώς η πολύτιμη εργασία του γεωγράφου Patrick που καταγράφει λεπτομερώς τα περιστατικά εθνοτικής βίας αρχίζει το 1963 και σταματά το 1971.
Για τον πιο πάνω λόγο, οφείλουμε να προβληματιστούμε γύρω από τη θέσπιση μιας «Κυπριακής Επιτροπής Αλήθειας», η οποία θα αρχίσει άμεσα να λειτουργεί πρώτα ως μη κυβερνητική υπερκοινοτική πρωτοβουλία από ακαδημαϊκούς και ερευνητές για να κάνει την πρώτη καταγραφή του εύρους και του χαρακτήρα της πολιτικής βίας στην Κύπρο, και στη συνέχεια, πάντα σε συνάρτηση με τις εξελίξεις στις διαδικασίες επίλυσης του Κυπριακού, θα θεσπιστεί στο πρότυπο της Νοτιοαφρικανικής «Truth and Reconciliation Commission», προσαρμοσμένη ωστόσο στα κυπριακά δεδομένα. Αυτή η πρώτη καταγραφή των νεκρών, των τραυματισμών και των άλλων περιστατικών βίας από τη δεκαετία του 1930 μέχρι το 1974 μας προσφέρει μια διαφορετική και ολιστική εικόνα της βίας, αυτού που μπορούμε να ονομάσουμε βία ωθούμενη από πολιτικά κίνητρα. Η περιοδολόγηση από τη δεκαετία του 1930 επιλέγεται γιατί η Κύπρος ουσιαστικά εισέρχεται στη σύγχρονη περίοδο «ωριμότητας», όπου η αποικιακή διοίκηση για να καταστείλει τις πρώτες μαζικές κινητοποιήσεις των Κυπρίων, επιβάλλει καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης με τα γνωστά Οκτωβριανά. Εδώ έχουμε τους πρώτους Κύπριους νεκρούς το 1931 σαν αποτέλεσμα της αποικιοκρατικής αντίδρασης στις κινητοποιήσεις. Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων της πολιτικής βίας (πόλεμος 1974, πραξικόπημα, στόχος των πολιτικών οργανισμών κι αποικιοκρατικής διοίκησης και διακοινοτικών συγκρούσεων κ.τ.λ.) υπολογίζεται στις μερικές χιλιάδες, γύρω 4,000-6000. Ασφαλώς ο αριθμός αυτός ισοπεδώνει ή εξομοιώνει ανόμοιες μορφές και πλαίσια βίας: η πολιτική βία σε καιρό ειρήνης ενάντια σε συγκεκριμένα άτομα (ή ομάδες ατόμων) λόγω πολιτικών πεποιθήσεων ή/και εθνοτικής τους καταγωγής δεν μπορεί εξομοιώνεται με την βία στα πλαίσια μιας πολεμικής σύρραξης: ακόμα και κατά περιόδους πολέμου, η βία που ασκείται τη στιγμή μιας μάχης δεν μπορεί να εξομοιώνεται με πράξεις βίας ενάντια σε αμάχους, πράξεις αντιποίνων, ή άλλες εν ψυχρώ ή εκδικητικές πράξεις βίας. ΄
Γι’ αυτό και προτείνουμε όπως η εντολή της Επιτροπής Αλήθειας διευρυνθεί για να καλύψει μια σχετικά μεγάλη ιστορική περίοδο περίπου 70 ετών, διερευνηθεί, πέραν από τη βία που άσκησε ο τουρκικός στρατός εισβολής, η πολιτική βία, οι διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963-1967 και 1974. Πιο αναλυτικά λοιπόν, προτείνουμε την περίοδο 1931-2000: σημείο εκκίνησης επιλέξαμε το 1931 μέχρι το 1974, παρόλο που μπορούμε να ισχυριστούμε ότι αυτή η περίοδος προεκτείνεται μέχρι σήμερα. Ωστόσο, πέραν της στέρησης δικαιωμάτων εγκατάστασης κι αξιοποίησης περιουσιών λόγω της κατοχής, η πολιτική βία ουσιαστικά σταματά το 1974-75. Πέραν της διακοινοτικής βίας, πρέπει να διερευνηθεί η βία που ασκήθηκε από τη Βρετανική αποικιοκρατία, οι 203 «εκτελέσεις» Ε/Κ από την ΕΟΚΑ (ανάμεσα τους και 23 γνωστοί Αριστεροί, κυρίως κατά το 1957-58), η βία της ΤΜΤ έναντι Τ/κ, η βία του Γριβικού και Γιωρκατζικού παρακράτους και των δυνάμεων ασφαλείας, οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που έκανε η εθνική φρουρά, η δράση των ομάδων του Ν. Σαμψών και του Β. Λυσσαρίδη, το «Εθνικό Μέτωπο», κι η ΕΟΚΑ-Β΄. Αναφερθήκαμε ήδη στην καταγραφή της διακοινοτικής βίας από τον Patrick (1976). Από την ελλειμματική υφιστάμενη βιβλιογραφία είναι φανερό ότι ο πόλεμος του 1974 (πραξικόπημα εισβολή) αριθμητικά εξηγεί περίπου τα 2/3 των θυμάτων, ενώ οι καθ’ αυτό διακοινοτικές συγκρούσεις καλύπτουν περίπου το 1/6, και το υπόλοιπο αφορά καθεστωτική, παραστρατιωτική, ενδοκοινοτική βία και στις δύο κοινότητες. Αυτό περιλαμβάνει μόνο τους γνωστούς θανάτους κι όχι τη βία σε όλο της το φάσμα, που αρχίζει από κάθε στέρηση ελευθερίας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κι άλλης μορφής φυσική ή ψυχολογική βία. Η διακοινοτική βία είναι μόνο μέρος της πολιτικής βίας, επομένως πρέπει να γίνει κατανοητή μέσα σ’ αυτό το ευρύτερο πλαίσιο.
Η πιο πάνω καταγραφή οφείλει να τεθεί στο ευρύτερο πλαίσιο, σχήμα ή κοινωνικό-πολιτικό ιδίωμα που εντόπισε στην έρευνα του ο Αριστείδης Σήτας (2007) και που ονομάζει «ντόπιο ουμανισμό», λόγω απουσίας άλλου καλύτερου όρου. Πρόκειται για μια συμπεριφορά εγκράτειας και κατανόησης που εμφαίνεται από πράξεις διεθνικής/διακοινοτικής αλληλεγγύης κι ανθρωπιάς: αυτές δεν είναι «μεμονωμένες πράξεις» αλλά κοινωνικές συμπεριφορές που καταγράφουν κοινωνικές τάσεις, ιδεολογικές και πολιτικές πρακτικές καθημερινότητας. Η αναζήτηση του «τρίτου χώρου» φτάνει στο τέρμα της αρκεί να ηγεμονεύσει μέσα στο πλαίσιο της συνδιαλλαγής μεταξύ της πολιτικών ηγεσιών και να μας ευνοήσει και η διεθνής συγκυρία. Η «κυπριακότητα» οφείλει να αναπροσαρμοστεί έτσι ώστε να λειτουργήσει ενοποιητικά και ανοικτά για να συν-χωρέσουν οι εθνικές αφηγήσεις αναδιαμορφώνοντας παράλληλα και το δημόσιο χώρο και αναπλάθοντας το πολιτικό-ιδεολογικό και θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας του ομοσπονδοποιημένου κράτους: οι διαδικασίες διαλεύκανσης του παρελθόντος και αποκατάστασης της αλήθειας γύρω από το χαμό και τη βία μπορούν να αποτελέσουν ένα κεντρικό πυλώνα και κοινωνικοπολιτικό συγκολλητικό του υπό οικοδόμηση ομόσπονδου κράτους. Έτσι επιτυγχάνεται και η νομιμοποίηση της ομοσπονδίας μετά από χρόνια εθνοτικού διαχωρισμού.
Το ακριβές περιεχόμενο της συμφιλίωσης αποτελεί ένα τεράστιο και ανοικτό ζήτημα κατά πόσο σε μια κοινωνία που βασίζεται σε αντιμαχόμενα οικονομικά και νομικά συμφέροντα, διαφορετικές κοινωνικές, πολιτικές, και πολιτιστικές αντιλήψεις, και ανταγωνιστικές σχέσεις, μπορεί να υπάρξει «επίλυση», «τελική λύση», ή «κοινωνική συμφιλίωση». Αυτό όμως καθόλου δε σημαίνει ότι εθνοκοινοτικές συγκρούσεις, τα εθνικά ζητήματα, συγκεκριμένες μορφές πολιτικών αντιπαραθέσεων και καθεστωτικής βίας «λύνονται» με την έννοια ότι μπορεί να επέλθει συμφιλίωση ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές. Ωστόσο, η ίδια η έννοια της «συμφιλίωσης» χρειάζεται να διερευνηθεί αν θα καταφέρουμε να πετύχουμε τον στόχο μας. Στο έξοχο βιβλίο του για τη Νοτιοαφρικανική Επιτροπή Αλήθειας και Συμφιλίωσης (TRC), ο Gibson (2004: 4) προτείνει τουλάχιστον τέσσερις διαστάσεις στο δύσκολο αυτό θέμα:
• Πρώτο, τη διαφυλετική ή διακοινοτική συμφιλίωση με τη δημιουργία κλίματος εμπιστο-σύνης και συνεννόησης, απορρίπτοντας τα στερεότυπα για τον «άλλο».
• Δεύτερο, πολιτική ανεκτικότητα ακόμα και αν διαφωνείς έντονα με τον άλλο.
• Τρίτο, σεβασμός για τις αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με αυστηρή εφαρμογή του κράτους δικαίου κα τις παγκόσμιες δημοκρατικές αξίες.
• Τέταρτο, η νομιμοποίηση των νέων υπερφυλετικών θεσμών και αρχών της χώρας.
Είναι ηλίου φαεινότερο ότι οι διαστάσεις αυτές έχουν άμεση εφαρμογή στην περίπτωση επίλυσης του Κυπριακού. Όλα τα στοιχεία αυτά έχουν τεράστια σημασία στο ξεπέρασμα των «συγκρούσεων» που έχουν εθνοκοινοτικό χαρακτήρα ή αποτελούν προβλήματα καθεστωτικής ή πολιτικής βίας του παρελθόντος. Ασφαλώς παραμένει ανοιχτό και αμφιλεγόμενο ζήτημα σε ποιο βαθμό η συμφιλίωση είναι συλλογικό ή ατομικό ζήτημα. Μάλλον τα δύο πρέπει να αλληλοσυμπληρώνονται για να επιτύχει το εγχείρημα της συμφιλίωσης. Αυτό όμως σκοντάφτει στο ζήτημα της ιστορίας, όταν η επίσημες εκδοχές τους βασίζονται στην άγνοια, την υποτίμηση, ή ακόμα και (δια)στρέβλωση της ιστορίας του «άλλου» με τον οποίο καλείται κάποιος να συμβιώσει, ή χειρότερα ακόμα, αν βασίζεται στις «εθνικές ήττες» του άλλου.
Tags: αλήθεια, βία του παρελθόντος, συμφιλιωση
 
Ενδιαφέρουσα και χρήσιμη πρωτοβουλία. Είναι χρήσιμη γιατί θα φτάσει σε κάποια καλύτερη κατανόηση μεταξύ των δύο κοινοτήτων.
Υπάρχουν και θέματα τα οποία χρήζουν διευκρινήσεων:
1) Η σύνθεση της επιτροπής; Είπατε άτομα ακαδημαϊκοί ποιοι είναι αυτοί; Θα υπάρχουν άτομα με αντίθετες απόψεις από αυτές που έχετε εσείς;
2) Αναφέρεστε σε πολιτικές δολοφονίες αριθμού αριστερών, με ποια στοιχεία, έχει αποδειχθεί ποτέ αυτό; – θα μπορούσατε να αναφέρεται το γεγονός ως «αναφερόμενες» ή κάτι άλλο που να μην το παρουσιάζει ως γεγονός
3) Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας επιτροπής – η αναφορά θα είναι ένας ανούσιος μέσος όρος των δύο αντίθετων απόψεων και ο στόχος της αλήθειας θα παραμείνει πολύ μακριά
4) Πως θα κτίσετε την «κυπριακότητα» σε ανθρώπους που δεν είναι κύπριοι στην μεγάλη τους πλειοψηφία; Η αναφορά γίνεται για την ΤΚ που έχει διαλυθεί μέσα από την εποικιστική πολιτική του εισβολέα.
Πιστεύω πως θέμα της καλύτερης αλληλοκατανόησης δεν θα προέλθει μέσα από τέτοιες προσπάθειες των όποιων επιτροπών αλλά μέσα από τη λύση που θα επανενώνει – πραγματικά τους κατοίκους του νησιού.
Σημαντικότερο όμως είναι το εξής, ελάχιστοι έχουν ουσιαστικό πρόβλημα με τους ΤΚ, δεν είναι αυτό το κύριο μας πρόβλημα – αυτό είναι η ΕΙΣΒΟΛΗ ΚΑΙ ΚΑΤΟΧΗ και ΑΡΣΗ των τετελεσμένων, αυτό είναι που πρέπει να συζητήσουμε πρώτα μαζί με την αληθινά επανενωτική λύση που όλοι θέλουμε.
Ήρτα να θκιαβάσω το άρθρο. Μόλις είδα 1941 λέξεις επαράτησα την ιδέα να το θκιαβάσω. Τουλάχιστον σήμερα.
Κρίνοντας και από τα σχόλια του Γόρδιου, ίσως είναι ανάγκη προ-ύπαρξης επιτροπής συμφιλίωσης μεταξύ των ε/κ.
Γόρδιε,δεν χρειάζεται να συζητήσουμε άλλο μαζί για την αληθινά επανενωτική λύση που θέλουμε.(ότι και να σημαίνει αυτό).Αυτό το κάνουμε εδώ και 36 χρόνια.Αναλωνόμαστε σε άσκοπες, φιλολογικές συζητήσεις, χωρίς νόημα και αποτέλεσμα,την ίδια ώρα που τα πάντα αλλάζουν γύρω μας,τόσο επί του εδάφους,όσο και όσο αφορά τις πολιτικές εξελίξεις στην γειτονιά μας και στον παγκόσμιο πολιτικό χάρτη ευρύτερα.Δεν είναι άλλωστε τυχαίο,που από τις 5000 εποίκους των δεικτών Γκουεγιάρ,περάσαμε στην ΤΔΒΚ και στις 50000 εποίκους του κύριου Χριστόφια.Η λύση που θέλουμε φίλε,βρίσκεται μόνο μέσα στη φαντασία μας.Η πραγματική λύση βρίσκεται κάπου στο ενδιάμεσο αυτού που θέλουν οι συνομιλητές μας και αυτού που θέλουμε εμείς.Δ.Δ.Ο με το σωστό περιεχόμενο δεν υπάρχει.Διότι,ότι είναι για μάς σωστό, μπορεί να είναι για τους άλλους λανθασμένο.Και αντίστροφα.Και με τους άλλους,δεν εννοώ μόνο την τουρκική πλευρά.Εννοώ και τα Η.Ε.
@mightyravendark,
Ναι, η λύση έπρεπε να είναι κάπου στο ενδιάμεσο, πιο όμως;
ΕΝΩΣΗ γίνεται Ενιαίο Κράτος αυτό με τη σειρά του γίνεται εισβολή και το ενιαίο κράτος γίνεται Ομοσπονδία (ο όρος ΔΔΟ δεν είναι τελικά ο συμφωνηθείς (αρχεία foreign office) – αν αυτό είναι αλήθεια όλο το πολιτικό στερέωμα του τόπου είναι για αυτοκτονία) Οι έποικοι αυξάνονται, Όλοι οι πρόεδροι της Κυπριακής Δημοκρατίας κάνουν με τη σειρά κάποιες παραχωρήσεις για να κλείσει το θέμα και να μη διαιωνιστεί η κατάσταση.
Μακάριος – Ομοσπονδία (μυστική συμφωνία)
Κυπριανού επιβεβαιώνει τη συμφωνία για ομοσπονδία
Βασιλείου προχωρεί στον προάγγελο του ΑΝΑΝ, ιδέες Γκάλι
Κληρίδης ΑΝΑΝ – και το 76%
Τάσσος – πλήρη σχεδόν δικαιώματα στην ΤΚ κοινότητα χωρίς καμιά υποχρέωση απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία
Και συνεχίζει ο Χριστόφιας – με τα γνωστά εκ περιτροπής, 50000 κλπ
η Τουρκική πλευρά που έκανε έστω μία παραχώρηση;;;;;; γιατί δεν βρήκαμε ακόμα λύση;
Ναι μέσο όρο θέλουμε…. επιτέλους!
@Γορδιος
Νομίζω ότι χρειάζεται πολύ δουλειά για να γίνει κατανοητή η ανάγκη για να μιλήσουμε για την ολότητα των προβλημάτων που προκύπτει από την παρατεταμένη παρουσία του κυπριακού στη ζωή μας. Εξάλλου, εκ πρώτης όψεως όντως ακούγεται κάπως πρόωρο να τίθενται τέτοια ζητήματα ενόσω το κυπριακό παραμένει άλυτο. Εντούτοις, αυτά τα ζητήματα πρέπει να τεθούν τώρα που γίνονται οι διαπραγματεύσεις κι όχι να περιμένουμε «μετά την λύση». Αυτά τα χιλιοειπωμένα για το «κύριο πρόβλημα είναι η εισβολή και κατοχή» πραγματικά αποπροσανατολίζουν από το επιχείρημα μου. αυτό «ελάχιστοι έχουν ουσιαστικό πρόβλημα με τους ΤΚ, δεν είναι αυτό το κύριο μας πρόβλημα – αυτό είναι η ΕΙΣΒΟΛΗ ΚΑΙ ΚΑΤΟΧΗ και ΑΡΣΗ των τετελεσμένων, αυτό είναι που πρέπει να συζητήσουμε πρώτα μαζί με την αληθινά επανενωτική λύση που όλοι θέλουμε», αρνείται να δει ότι υπάρχει μια ουσιαστικότατη διάσταση του κυπριακού που’ ναι εξίσου σημαντική με τη διεθνή. Δεν είναι καθόλου παρεμφερές θέμα που μπορεί να παραπεμφθεί στο μέλλον, αλλά αποτελεί την αναγκαία βάση για να οικοδομηθεί ένα κοινό πεπρωμένο, κοινό μέτωπο αγώνα με τους προοδευτικούς/δημοκρατικούς τ/κ συμπατριώτες μας που θέλουν λύση του προβλήματος. Πρόκειται για προϋπόθεση λύσης κι όχι αποτέλεσμα της λύσης. Σε πρακτικό επίπεδο αποτελεί ανάγκη και στις δύο κοινότητες να εξηγήσουν, μα πάνω απ’ όλα να θέσουν τις βάση για ένα κοινό μέλλον αφού συμφωνήσουν ότι το παρελθόν είναι αξιοκατάκριτο γι’ αυτό και μετανοούμε για εκατέρωθεν για τις πράξεις βίας.
Η πρόταση μου είναι να τεθεί άμεσα προς συζήτηση η σύσταση μιας τέτοιας επιτροπής για να ετοιμάσει το έδαφος για μια ισχυρή και νομικά δεσμευτική δομή στα πλαίσια της λύσης στη συνέχεια. Ασφαλώς για όποιον δεν βλέπει λύση, ή δεν θέλει διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία και διαφωνεί με το πλαίσιο λύσης, φαντάζομαι ότι δεν θα μπορείς να κατανοήσει γιατί αυτή η αίσθηση του επείγοντος.
Το κυριότερο σημείο που είχα αναφέρει είναι το ότι ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ οι επιτροπές που λύνουν τα προβλήματα των κοινωνιών των πολιτών αλλά η σωστή λειτουργία της κοινωνίας = λύση, ειδικά στο άρθρο που αναφέρεις ότι στο σημείο «(3) Είναι προσωρινού χαρακτήρα, συνήθως λειτουργούν για 6 μήνες μέχρι 2 χρόνια και τε-λειώνουν με μια τελική έκθεση.». από επιτροπές και ομάδες εργασίας ακούσαμε πολλά αλλά έργα δεν είδαμε.
Επίσης τα 4 σημεία τα οποία έθεσα δεν τα άγγιξες καθόλου και τα επαναλαμβάνω:
1) Η σύνθεση της επιτροπής; Είπατε άτομα ακαδημαϊκοί ποιοι είναι αυτοί; Θα υπάρχουν άτομα με αντίθετες απόψεις από αυτές που έχετε εσείς;
2) Αναφέρεστε σε πολιτικές δολοφονίες αριθμού αριστερών, με ποια στοιχεία, έχει αποδειχθεί ποτέ αυτό; – θα μπορούσατε να αναφέρεται το γεγονός ως «αναφερόμενες» ή κάτι άλλο που να μην το παρουσιάζει ως γεγονός
3) Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας επιτροπής – η αναφορά θα είναι ένας ανούσιος μέσος όρος των δύο αντίθετων απόψεων και ο στόχος της αλήθειας θα παραμείνει πολύ μακριά
4) Πως θα κτίσετε την «κυπριακότητα» σε ανθρώπους που δεν είναι κύπριοι στην μεγάλη τους πλειοψηφία; Η αναφορά γίνεται για την ΤΚ που έχει διαλυθεί μέσα από την εποικιστική πολιτική του εισβολέα.